Expériences de traduction ...
Blog de Michel Politis, Professeur au Département de Langues Étrangères, de Traduction et d'Interprétation de l'Université ionienne (Corfou - Grèce)

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Τελετή απονομής διαπιστευτηρίων ομοτιμοποίησης, Ιόνιος Ακαδημία, 17-2-2026 (Αντιφώνηση Μιχάλη Πολίτη)

Κύριε Πρύτανη,

Κυρία Πρόεδρε του ΤΞΓΜΔ

Κυρίες και κύριοι,


Πριν 38 χρόνια, το 1988, περνούσα συγκινημένος το κατώφλι του Μεγάρου Καποδίστρια. Μετά από σχετική ενημέρωση από την τότε Διοικούσα Επιτροπή του Ιονίου Πανεπιστημίου ερχόμουν στην Κέρκυρα για να ξεκινήσω τη διαδρομή μου στο ΤΞΓΜΔ. Το όνειρό μου να διδάξω στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο είχε γίνει πραγματικότητα.


Σήμερα, 38 χρόνια μετά, ήρθε η στιγμή ενός απολογισμού και κυρίως έκφρασης ευχαριστηρίων προς το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και σε όλους όσοι μου πρόσφεραν τόσες στιγμές δημιουργίας και χαράς.

Το πρώτο ευχαριστώ το οφείλω στα μέλη της Διοικούσας Επιτροπής που στήριξαν τότε την υποψηφιότητά μου. Μεταξύ αυτών ο αείμνηστος Καθηγητής Σπύρος Καλογερόπουλος Στράτης, ο Μακαριστός Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Τιμόθεος, και ο τότε Δήμαρχος Κερκυραίων Γιάννης Κούρκουλος. 

Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω στους διοικητικούς υπαλλήλους που με υποδέχθηκαν και με τους οποίους είχα πάντα μια πολύ καλή συνεργασία. Αναφέρω ενδεικτικά τον κύριο Γιώργο και την κυρία Σοφία, πραγματικούς φύλακες του Μεγάρου Καποδίστρια, στήριγμα όσων φοιτητών κατέφευγαν για βοήθεια σ’ αυτούς. Δεν μπορώ βεβαίως να ξεχάσω τη Μαρία Γιναργύρου, Γραμματέα του Τμήματος, πολύτιμη συμπαραστάτη μου όταν ασκούσα καθήκοντα Προέδρου του Τμήματος, τη Σταματέλα Πρεντουλή, την Ιωάννα Ανεμογιάννη, τη Ρία Αυγερινού, την Ιφιγένεια Χειρδάρη, τη Δήμητρα Γεωργοπούλου, τον Αντρέα Κόνταρη, τον Χρήστο Σουρτζίνο και τόσους άλλους.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω επίσης στους αγαπητούς συναδέλφους με τους οποίους μοιράστηκα επί χρόνια κοινές εμπειρίες, κοινές αγωνίες, κοινά οράματα. Αν βρίσκομαι σήμερα σ’ αυτό το βήμα, το οφείλω πρωτίστως σ’ αυτούς. Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Τμήματος οι συζητήσεις μας σημαδεύτηκαν από την αναζήτηση της επιστημονικής ταυτότητας του Τμήματος. Έπρεπε να απαντήσουμε σε σειρά ερωτημάτων που ταλάνισαν επί μακρόν το Τμήμα. Ενδεικτικά: η Μετάφραση είναι Τέχνη ή Επιστήμη; Η Μετάφραση είναι αυτόνομη επιστήμη ή κλάδος της Γλωσσολογίας; Θα μπορούσα να μιλάω επί μακρόν για τα ζητήματα που μας απασχολούσαν τότε. Οι συζητήσεις μας μάς οδήγησαν να αναζητήσουμε απαντήσεις και στο εξωτερικό, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας. Κι όμως, με λιγοστά μέσα μπορέσαμε και δημιουργήσαμε ένα δίκτυο συνεργασιών χάρη στο οποίο καταφέραμε και διοργανώσαμε στην Κέρκυρα, τον Απρίλιο του 1993, ένα διεθνές συνέδριο στο οποίο μετείχε η αφρόκρεμα της Επιστήμης της Μετάφρασης από την Ευρώπη και τον Καναδά. Αναφέρω ενδεικτικά τη Danica Seleskovitch, τον Peter Newmark, τον Wolfram Wills, τον Jean-Claude Gémar, τον Claude Tatilon, τη Marianne Lederer, τον Guy Saunier, τον Werner Koller κ.ά. Από την επιτυχία αυτού του συνεδρίου προέκυψε μια δυναμική από την οποία επωφελήθηκε πολλαπλώς το Τμήμα και ο καθένας από εμάς. Όταν τη δεκαετία του 90 άρχισε να λειτουργεί το ΠΜΣ «Επιστήμη της Μετάφρασης» και όσο χρόνο υπήρχε κοινοτική χρηματοδότηση, ξανακαλέσαμε στην Κέρκυρα ορισμένους από τους συνέδρους του 1993 καθώς και άλλους, νεώτερους από αυτούς, όπως την Christine Durieux της Σχολής Μετάφρασης και Διερμηνείας του Παρισιού και στη συνέχεια του Πανεπιστημίου της Caen, την Claire Allignol της Σχολής Μετάφρασης και Διερμηνείας της Γενεύης, τον Basil Hatim κ.ά. Από αυτές ακριβώς τις επαφές προέκυψε, μεταξύ άλλων, το 2003, το κοινό ελληνογαλλικό Μεταπτυχιακό «Επιστήμες της Μετάφρασης-Μεταφρασιολογία και Γνωσιακές Επιστήμες», το οποίο παρακολούθησαν φοιτητές από 15 διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής. Από αυτό το ΠΜΣ προέκυψαν διεθνείς συμφωνίες συνεργασίας, διδακτορικές διατριβές με συνεπίβλεψη και, το 2006 το διεθνές συνέδριο «Μεταφρασιολογία: μια γνωσιακή επιστήμη», τα πρακτικά του οποίου δημοσιεύθηκαν σε ειδική έκδοση του επιστημονικού περιοδικού ΜΕΤΑ του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ.

Τέλος, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους συναδέλφους εισηγήθηκαν την ομοτιμοποίησή μου και σε όσους την επικύρωσαν με την ψήφο τους. 

Σ’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι είχα την τύχη να έχω δίπλα μου τη σύζυγό μου Ρωξάνη και τα τρία μας παιδιά. Τους ευχαριστώ από την καρδιά μου.

Κυρίες και κύριοι,

Τώρα, 38 χρόνια μετά την πρώτη ημέρα στο Τμήμα νιώθω πράγματι πλουσιότερος και ευγνωμονώ
όλους όσοι με στήριξαν σ΄αυτό το ταξίδι. Το Ιόνιο Πανεπιστήμιο μου πρόσφερε το πλαίσιο για να ζήσω ανεπανάληπτες εμπειρίες. Αν με ρωτήσετε ποια ήταν η σημαντικότερη εμπειρία αυτών των ετών, θα σας απαντήσω χωρίς δισταγμό: η επικοινωνία και η συνεργασία με τους φοιτητές. Κάθε μέρα είχα μπροστά μου δεκάδες ζευγάρια μάτια ηλικίας 18, 19, 20, 21 ετών που μου δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλά. Η χαρά μου ήταν μεγάλη όταν ένιωθα τους νέους αυτούς να συγκροτούν συνεκτική ομάδα με όραμα και να διαμορφώνουν στην τάξη ένα κλίμα παραγωγικό και ευγενούς άμιλλας. Εύχομαι, οι περισσότεροι να επωφελήθηκαν από αυτές τις σχέσεις και από αυτή τη δυναμική.

Ευχαριστώ πολύ όλες και όλους για τις εμπειρίες που ζήσαμε μαζί και για όσα μου προσφέρατε τόσα χρόνια. Θα ενδιαφέρομαι πάντα για την πορεία του Ιονίου Πανεπιστημίου και θα χαίρομαι να μαθαίνω τα καλά του νέα. 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Appel à contributions: "Traduire-Réécrire les classiques grecs et latins au XXIe siècle" (Palimpsestes)

 T.R.A.C.T.


Traduire-Réécrire les classiques grecs et latins au XXIe siècle

 

Depuis le début du XXIe siècle, on constate un regain d’intérêt pour la traduction des poètes et dramaturges grecs et latins. La traduction que l’universitaire Emily Wilson fait de l’Odyssée en 2017 est saluée par la critique ; en 2016 paraît de manière posthume un des plus beaux extraits de l’Énéide, traduit par Seamus Heaney ; en 2009, dans An Oresteia, la poétesse Anne Carson  fait jouer trois points de vue sur la tragédie des Atrides en retraçant les récits d’Eschyle, de Sophocle et d’Euripide. Des adaptation se succèdent: ainsi Simon Armitage qui, dans The Odyssey : A Dramatic Retelling of Homer’s Epic (2007), relate le périple d’Ulysse, ou bien encore Alice Oswald dans Memorial (2011),  où chaque protagoniste de la guerre de Troie est amené à prendre la parole et où scènes de guerre alternent avec évocations de quiétude agricole. 

Traductions, versions, imitations, hommages, adaptations et réécritures traductives, le monde classique n’a de cesse  d’inspirer les traducteurs spécialistes, mais surtout les poètes et dramaturges contemporains. Comment expliquer l’engouement pour la retraduction – voire la réécriture – des classiques grecs et latins ? La fin du XXe siècle voit déjà un intérêt pour ces récits : du travail de Ted Hughes en passant par la représentation magistrale de The Oresteia, pièce traduite par Tony Harrison et jouée au National Theater en 1983, ou bien encore Omeros de Derek Walcott en 1990, etc. Malgré toutes les traductions et appropriations traductives, versions et « recontextualisations », la source ne se tarit pas, bien au contraire. 

Pourquoi donc retraduire ces classiques alors que le cursus grec et latin s’essouffle? Certains traducteurs qui ne connaissent ni le grec, ni le latin s’attellent à la tâche d’amener ces grands textes jusqu’au public contemporain en travaillant à partir d’une traduction intermédiaire… mais quel est le statut de leur travail de recréation traductive ? L’obstacle que constitue la langue et la – probable – diminution du nombre de lecteurs capables de lire poèmes et prose dans la langue source ont-il pour effet de libérer l’entreprise traductive ? Peut-on repenser la nature du lien entre les traductions canoniques, utilisées dans les salles de classe, et les traductions plus créatives, ces « free standing translations » comme les appelle Barbara Folkart ? Certaines adaptations relèvent  de la réécriture : dans Brand New Ancients (2013), Kate Tempest tisse sa trame d’écrivaine-performeuse en allant puiser, dans le monde des anciens, des paradigmes mythiques ; très régulièrement paraissent des œuvres littéraires – « retellings » – qui retracent voire subvertissent la trame du texte source en la remodelant. Peut-on considérer que ce sont là des formes extrêmes de traduction? Comment la traduction peut-elle se décliner en une « version » (Simon Armitage, Still, 2016), adaptation ou transmutation ?  Ces écrivains-traducteurs ne bousculent-ils pas, à force, la notion même de traduction, n’en délient-ils pas le sens en posant la question du rapport entre traduction et littérature ?  Enfin ce travail de traducteur qui les immerge dans l’univers littéraire d’un autre n’agit-il pas sur leur propre élan créatif ? Dans Piecing Together the Fragments: Translating Classical Verse, Creating Contemporary Poetry (2013), Josephine Balmer explore les rapports qui lient la traduction et l’expression littéraire. Ses restitutions des poèmes de Catulle en anglais moderne s’accompagnent d’une réflexion théorique poussée sur sa propre démarche, mais il existe bien d’autres paratextes – essais, préfaces et postfaces, podcasts et documentaires, qui viennent éclairer les raisons qui poussent un auteur ou traducteur contemporain à traduire une œuvre si éloignée dans le temps : fascination langagière pour l’écriture de l’autre ?  Intérêt pour les enjeux profondément humains, culturels et sociaux qu’abordent ces œuvres ? Désir de réinvestir et de recontextualiser certaines de ces œuvres parce qu’elles ouvrent la voie à  la réflexion, parce que quelque chose en elles permet de faire bouger les lignes – on pense à des retraductions plus féministes ou postcoloniales. En définitive, traduire et retraduire, n’est-ce pas toujours un peu ébranler et augmenter le capital intellectuel et le capital humain ? 


Les articles, à envoyer avant le 20 mai 2024, doivent porter sur les traductions et retraductions du XXIe siècle.



(Re)translating-Rewriting the Classics in the 21st century


The early 21st century has witnessed a resurgence of interest in the Greek and Latin classics with new translations achieving widespread readership as well as commercial and critical success — Emily Wilson’s 2017 translation of the Odyssey is a case in point, as is Seamus Heaney’s celebrated posthumous translation of book VI of Virgil’s Aeneid (2016), read on the BBC by Ian McKellen only a few days after publication. Concurrently, these same classical texts have been reacquiring, through creative translation and adaptation, a vital place in contemporary poetry and theatre, as emblematized by Simon Armitage’s Still (2016), Alice Oswald’s Memorial (2011) or Anne Carson’s An Oresteia (2009). The wealth of recent translations, versions, imitations, tributes, adaptations and rewritings, reveals that the classical world remains, now seemingly more than ever, a source of inspiration for specialized translators and writers alike.

Why this recent resurgence of the classics? There is undoubtedly a striking paradox in classical texts achieving renewed popularity at a time when most of their audience cannot read Greek or Latin, when “dead languages” are disappearing from academic curricula and classic editions, and publishing houses are struggling to remain afloat. Critics have hypothesized that it is precisely the removal of the classics from the schoolroom which has liberated writers, “dispersing the resentment for which the enforced learning of dead languages used to be famous, and also escaping from the constrictive sense –long out of favour with classicists themselves – that their core message is one of order, power, and the glory of empire” (Braden, 2012). The contemporary trend seems thus towards an increased “liberation” of translation practices, be it in critical, scholarly retranslations – Emily Wilson published by Norton gives a very personal rendition of Homer, backed by philological arguments –, creative translations such Anne Carson’s take on three different authors in An Orestia, or “dramatic retellings” like Armitage’s Odyssey (2007). 

The multiplicity of creative renditions of classic literature in contemporary culture allows us to rethink translation as a form of “creative exercising” and to rethink literature as well in the process. The porous zone between translation and “original literature” has notably been explored by Josephine Balmer in her Chasing Catullus. Poems, Translations and Transgressions (2004), and in her monograph Piecing Together the Fragments: Translating Classical Verse, Creating Contemporary Poetry (2013) where she examines the crossovers between scholarly work and creative writing. The exploration of the blurred lines between translation, criticism and literature also entails rethinking the porous zones between different practises such as retranslation, rewriting, retelling, adaptation and transmutation. Is, for instance, Alice Oswald’s Memorial a creative appropriation, a translation, a transcreation and/or an original poem? Can it be considered a form of extreme translation? Are writer-translators in particular pushing back the boundaries of translation, widening its meaning as they renegotiate the relationship between translation and “original literature”? 

Other questions arise when confronting contemporary versions of classical texts in English. Indeed the “lapsed-classicist” poet, the Professor of Classics or the celebrity-translator “illiterate in first-century BC Latin” (Armitage, “Unseasonal Produce”) will have radically different approaches to the original text and translating practises in general. How does academic translation – enriched by critical apparatus – survive next to competing forms of adaptation, retelling, creative appropriation and creative reimagining? How to reconcile what Emily Greenwood has summed up as the opposing pull of the contextualised scholar’s Homer against the writer’s – and reader’s – “Homer as literature”? How to manage the difference between “approved” translations and creative translations – distant from the Greek or Latin and more likely to “mislead” according to scholars?  Finally, does the multiplicity of contemporary responses lead to a dissemination and a distancing from the classical world? 

Articles must focus on 21st century translations and retranslations and must be submitted by 20 May 2024.

jessica.stephens@sorbonne-nouvelle.fr


sarah.montin@sorbonne-nouvelle.fr


--

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Κι όμως! To ρήμα "s'exprimer" δεν μεταφράζεται πάντα "εκφράζομαι".

Κι όμως!

To ρήμα "s'exprimer" δεν μεταφράζεται πάντα "εκφράζομαι".

Στην πρόταση: "Apprenons de l'Italie et de la Provence comment se taille et se cultive l'olivier, comment s'exprime et s'améliore le suc de son fruit" ο χυμός (suc) του ελαιόκαρπου εννοείται ότι δεν "εκφράζεται", ούτε "εκδηλώνεται".

Κανένα εργαλείο μηχανικής μετάφρασης που είχα στη διάθεσή μου δεν μπόρεσε να μου προσφέρει λύση στην απορία μου...

Απάντηση μου πρόσφεραν και πάλι μονόγλωσσα λεξικά όπως το Le Robert και το Larousse:
"littéraire: Faire sortir par pression (un liquide). ➙ extraire.
Exprimer le jus d'un citron".

ΥΓ. Πρόκειται για πρόταση που εντοπίστηκε σε κείμενο των αρχών του 19ου αιώνα.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Ανακοινώσεις του 14ου Συνεδρίου «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (Διαδικτυακού, 9-11 Νοεμβρίου 2023)




ΤΟΜΟΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ

 Τόμος ανακοινώσεων του 14ου Συνεδρίου


Εναρκτήρια Ομιλία

Πανηγυρική ομιλία από την Καθηγήτρια Τοπολογίας στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Σοφία Λαμπροπούλου

– Η συνεισφορά των γυναικών στα μαθηματικά από την εποχή της Υπατίας μέχρι τις μέρες μας – Σοφία Λαμπροπούλου

ΕΝΟΤΗΤΑ 0 Ανακοίνωση του προσκεκλημένου ομιλητή 

Ομιλία από τον Kαθηγητή έδρας ERA (ERA Chair) στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Savoie Mont Blanc (Γαλλία) Christophe Roche:

– Ontology for terminology: a passport to the digital world (Text, Presentation) – Christophe Roche (Προσκεκλημένος ομιλητής)

ΕΝΟΤΗΤΑ 1 Γλωσσολογικές-οντολογικές αρχές της Ορολογίας

Κατασκευάζοντας ή δημιουργώντας; Για την ορολογία του χώρου των τεχνητών γλωσσών (Κείμενο, Παρουσίαση) – Μαριάννα Κατσογιάννου

Το επιστημονικό επίθημα –ιο στον Περιοδικό Πίνακα των χημικών στοιχείων (Κείμενο, Παρουσίαση) – Μαρία Πουρλιώτη, Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 Διδακτική και Ορολογία

Θέματα ορολογίας στο πεδίο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (Κείμενο, Παρουσίαση) – Σοφία Π. Τσακαλίδου

Ζητήματα σχεδιασμού και περιεχομένου  ενός ακαδημαϊκού συγγράμματος ανοικτής πρόσβασης  για θέματα ορολογίας και μετάφρασης (Κείμενο, Παρουσίαση) – Παναγιώτης Γ. Κριμπάς, Ελπίδα Λουπάκη, Μαβίνα Πανταζάρα, Ελένη Τζιάφα

Διδάσκοντας νομική μετάφραση σε προπτυχιακό επίπεδο στην Ελλάδα: Η περίπτωση της διδακτικής της γαλλικής και της γερμανικής νομικής ορολογίας ως μεταφρατικό πρόβλημα (Κείμενο, Παρουσίαση) – Απόστολος Παπασταμόπουλος, Χρήστος Γιαννούτσος

Παρουσίαση γλωσσαρίου στο αντικείμενο της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών (Κείμενο, Παρουσίαση) – Σταύρος Κάτσιος, Αθηνά Φατσέα

ΕΝΟΤΗΤΑ 3 Ορολογία συγκεκριμένων θεματικών πεδίων – Λεξικογραφικές και ορογραφικές μελέτες

“Hybrid” in the 21st Century (Κείμενο, Παρουσίαση) – Elizabeth Hatziolou, Stamatia Sofiou

Η διαχρονία της ελληνικής νομικής ορολογίας:  το παράδειγμα των όρων του εμπορικού δικαίου (Κείμενο, Παρουσίαση) – Θεόδωρος Βυζάς, Ελευθερία Δογορίτη

Η εξέλιξη του σημασιολογικού περιεχομένου της έννοιας «ελβετική ουδετερότητα» διαμέσου των αιώνων (Κείμενο, Παρουσίαση) – Μιχάλης Πολίτης

Ψηφιακή εκπαιδευτική τεχνολογία: μελέτη όρων στην αγγλική, γαλλική, ελληνική (Κείμενο, Παρουσίαση) – Ράνια Βοσκάκη

Επισκόπηση όρων παραγώγων και συγγενών προς τον όρο Μηχανική (Κείμενο, Παρουσίαση) – Επαμεινώνδας Σιδηρόπουλος

Λεξικό όρων Υποδομών Γλωσσικών Πόρων και Γλωσσικής Τεχνολογίας (Κείμενο, Παρουσίαση) – Μαρία Γαβριηλίδου, Πένυ Λαμπροπούλου, Κανέλλα Πουλή, Ηρώ Τσιούλη

ΕΝΟΤΗΤΑ 4 Ορολογία και Μετάφραση

Οι θρησκευτικοί όροι «αμαρτία» και «βάσανο» στις  νεοελληνικές μεταφράσεις του διηγήματος του Φ. Ντοστογιέφσκι (Κείμενο, Παρουσίαση) – Αικατερίνη Γαβρά

Ποσοτική ανάλυση διαφορών μεταξύ ελληνικής και γερμανικής νομικής γλώσσας: Η περίπτωση της μετάφρασης του Αστικού Κώδικα προς τα Γερμανικά (Κείμενο, Παρουσίαση) – Χρήστος Γιαννούτσος, Δημήτρης Μπουμπάρης

Ιστορική διαδρομή, εννοιολογικό περιεχόμενο και ζητήματα απόδοσης θεμελιωδών μεταφρασεολογικών όρων  από τα γερμανικά στα ελληνικά (Κείμενο, Παρουσίαση) – Γιώργος Ανδρουλιδάκης

ΕΝΟΤΗΤΑ 5 Ορολογικοί πόροι

Ελληνοαγγλικό ορολογικό λεξικό στην Επιστήμη της πληροφόρησης (Κείμενο, Παρουσίαση) – Κατερίνα Τοράκη, Στέλλα Χατζημαρή, Υπαπαντή Κύττα, Κώστας Βαλεοντής, Σαράντος Καπιδάκης

The population of a Maritime Heritage Thesaurus based on a Greek project documentation case (Κείμενο, Παρουσίαση) – Eleni Georgaki, Sofia Stamou

Translating Greece’s Procedural Codes (Κείμενο, Παρουσίαση) – Daniel Webber, John O’Shea

Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων και ορισμών εννοιών  αισθητηριακής ανάλυσης (Κείμενο, Παρουσίαση) – Μαλαματένια Παναγιώτου, Κωνσταντίνος Γκατζιώνης, Γεώργιος Α. Τσιάμας

ΕΝΟΤΗΤΑ 6 Δραστηριότητα φορέων και οργάνων ορολογίας

Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: 7 καλές πρακτικές για τη διαχείριση της ενωσιακής ορολογίας (Κείμενο, Παρουσίαση) – Χριστίνα Νικητοπούλου

Πολύγλωσση διοργανική βάση όρων ΙΑΤΕ: ή του ύψους ή του βάθους (ή και των δύο ταυτόχρονα); (Κείμενο, Παρουσίαση) – Κλειώ Μπενέκου

ARGUS: Το Πληροφοριακό Σύστημα Διοίκησης Aεροπορικού Τομέα Ε.Κ. Αεροδρομίων και οι oρολογικές προκλήσεις για την ΟΜΕΟΔΕΚ (Κείμενο, Παρουσίαση) – Νίκος Παπαδόπουλος, Θεόδωρος Κατερινάκης

Ελληνόγλωσση μεταφρασεοστρεφής ορολογία: δράσεις και εκδηλώσεις της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταφραστών (Κείμενο, Παρουσίαση) – Βαλεντίνη Καλφαδοπούλου, Δημήτρης Μουτάφης

Ενώσεις – Πανεπιστήμιο: Το επόμενο βήμα (Κείμενο, Παρουσίαση) – Βαλεντίνη Καλφαδοπούλου, Δημήτρης Μουτάφης

ΕΝΟΤΗΤΑ 7 Ορολογία και Μαθηματικά

Ορισμοί φυσικών μεγεθών μέσω μαθηματικών τύπων – Προσδιορισμός των σχέσεων εννοιών σύμφωνα με την  Επιστήμη της ορολογίας (Κείμενο, Παρουσίαση) – Κώστας Βαλεοντής

Από τα μαθηματικά προς τις άλλες επιστήμες: το διαχρονικό ταξίδι των μαθηματικών όρων στην ελληνική γλώσσα (Κείμενο, Παρουσίαση) – Ασημάκης Φλιάτουρας, Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

"Η εξέλιξη του σημασιολογικού περιεχομένου της έννοιας «ελβετική ουδετερότητα» διαμέσου των αιώνων" του Μιχάλη Πολίτη, Καθηγητή στο ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου


(*) Ανακοίνωση στο 14ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ, Αθήνα, 9-11 Νοεμβρίου 2023


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μελετώντας σώμα κειμένων σχετικών με την έννοια της «διεθνούς ουδετερότητας», διαπιστώνει κανείς ότι το σημασιολογικό περιεχόμενό της, ιδίως στην περίπτωση της Ελβετίας, δεν παραμένει σταθερό.

Η ελβετική ουδετερότητα αποτελεί απότοκο μακράς εξελικτικής πορείας κατά την οποία ως έννοια λειτούργησε άλλοτε ως αυτοσκοπός κι άλλοτε ως μέσο στο πλαίσιο της εξωτερικής αλλά και της εσωτερικής πολιτικής ζωής της χώρας.

Ως πολιτική έννοια, συνυφασμένη με την εξωτερική πολιτική, επέτρεπε στα καντόνια και τη Συνομοσπονδία να διασφαλίζουν τη μη εμπλοκή τους σε ένοπλες συγκρούσεις με ισχυρότερους αντιπάλους και ως έννοια συνυφασμένη με την εσωτερική πολιτική διασφάλιζε τη συνοχή της Συνομοσπονδίας, η οποία κινδύνευε από την επιρροή που ασκούσαν οι όμορες χώρες στις γλωσσικές κοινότητες της Ελβετίας.

Από τη στιγμή που η έννοια αυτή συμπεριλαμβανόταν σε συμφωνίες που υπέγραφαν τα καντόνια ως 6ανεξάρτητες οντότητες ή η ίδια η Συνομοσπονδία, αποκτούσε ad hoc σημασιολογικό περιεχόμενο. Ο χρησιμοποιούμενος όρος άλλοτε κάλυπτε περιορισμένο εύρος της σημασίας της έννοιας κι άλλοτε μεγαλύτερο. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις εσκεμμένης χρήσης του όρου με ασαφές σημασιολογικό περιεχόμενο, κάτι το οποίο κατέληγε σε διαφορετικές ερμηνείες και πρακτικές.

Το ασταθές σημασιολογικό περιεχόμενο και οι διαφορετικές ερμηνείες του όρου αποτελούν εδώ και αιώνες αιτίες πολλών και μακρών συζητήσεων και διαβουλεύσεων τόσο σε διεθνές όσο και σε καθαρώς ελβετικό επίπεδο, όπως συνέβη, ενδεικτικά, ενόψει της συμμετοχής της Ελβετίας σε διεθνείς οργανισμούς (Κοινωνία των Εθνών, ΟΗΕ κ.ά.).


The evolution of the semantic content of the concept of "Swiss neutrality" over the centuries

Michel Politis, Professeur à l'Université ionienne (Corfou)

ABSTRACT

Studying a corpus of texts related to the concept of "international neutrality", we found that its semantic content, especially in the case of Switzerland, does not remain stable.

Swiss neutrality is the result of a long evolutionary process in which the concept has functioned sometimes as an end in itself and sometimes as a means in the context of the country's foreign and domestic political life.

As a political concept, interwoven with foreign policy, it enabled the cantons and the Confederation to ensure that they did not become involved in armed conflicts with stronger rivals, and as a concept interwoven with domestic policy it ensured the cohesion of the Confederation, which was threatened by the influence of neighbouring countries on the linguistic communities of Switzerland.

As soon as this concept was included in agreements signed by the cantons as independent entities or by the Confederation itself, it acquired an ad hoc semantic content. The term used sometimes covered a limited range of the meaning of the concept and sometimes a wider range. However, there were also cases of deliberate use of the term with an unclear semantic content, resulting in different interpretations and practices.

The unclear semantic content and the different interpretations of the term have for centuries been the cause of many long discussions and consultations both at international and purely Swiss level, as was the case, for example, in view of Switzerland's participation in international organisations (League of Nations, UN, etc.).




Εισαγωγή

Ο όρος «ουδετερότητα» είναι από τους πλέον πολύσημους όρους της ελληνικής γλώσσας, καθώς συναντάται σε πολλά και διαφορετικά επιστημονικά πεδία με διαφορετικό κάθε φορά σημασιολογικό περιεχόμενο.

1: Περί διεθνούς ουδετερότητας

Στα πεδία των διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου η σημασία του όρου «διεθνής ουδετερότητα» χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, δεδομένου ότι πρόκειται για έννοια η οποία αποτέλεσε απότοκο διαφορετικών πρακτικών, τις οποίες υιοθέτησαν ηγεμόνες/κράτη στις μεταξύ τους σχέσεις. Από αυτές τις στάσεις και πρακτικές προέκυψαν κανόνες εθιμικού χαρακτήρα, οι οποίοι κωδικοποιήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή η κωδικοποίηση, όσο χρήσιμη κι αν ήταν για τις διακρατικές σχέσεις, δεν κατάφερε να διαλύσει την αχλή που περιβάλλει την έννοια «ουδετερότητα», καθώς τα μέχρι σήμερα διεθνή συστήματα ασφάλειας δεν έχουν προβλέψει αποτελεσματικούς μηχανισμούς αποτροπής επιθετικών ενεργειών από πλευράς κρατών. Σε γενικές γραμμές ως ουδετερότητα νοούμε την αποφυγή ανάμιξης ενός κράτους σε πόλεμο μεταξύ άλλων κρατών, αλλά στη διεθνή πρακτική μπορούμε να καταγράψουμε πλήθος επιμέρους καταστάσεων οι οποίες δυσχεραίνουν στη διατύπωση ενός ορισμού ικανού να καλύψει το σύνολο των περιπτώσεων στις οποίες χρησιμοποιείται ο όρος «ουδετερότητα».

Μελετώντας σώμα κειμένων σχετικών με την έννοια της «διεθνούς ουδετερότητας», διαπιστώνει κανείς ότι το σημασιολογικό περιεχόμενό της, ιδίως στην περίπτωση της Ελβετίας, δεν παραμένει σταθερό, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την εκάστοτε ιστορική συγκυρία και με το αν χρησιμοποιείται ως πολιτική ή νομική έννοια. Η μεταβολή αυτή συντελείται με προσθήκη ή αφαίρεση στοιχείων που προσδιορίζουν το σημασιολογικό περιεχόμενο της έννοιας, αλλά και από τις διαφορετικές ερμηνείες που δίνονται κάθε φορά στην έννοια «ουδετερότητα».

2: Η πρώιμη ελβετική ουδετερότητα

Η ουδετερότητα της Ελβετικής Συνομοσπονδίας αποτελεί απότοκο μιας ιδιαιτέρως πολύπλοκης διαδικασίας, στην οποία καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η μορφολογία του εδάφους, οι σκληρές συνθήκες ζωής, η ανάγκη για επιβίωση και τα φυσικά εμπόδια στην ελεύθερη επικοινωνία της ευρύτερης περιοχής με τις υπόλοιπες περιοχές της Ευρώπης. Οι συνθήκες αυτές απετέλεσαν παράγοντες που συνέτειναν στο να καταστούν οι Ελβετοί σκληροτράχηλοι πολεμιστές, οι οποίοι δύσκολα υποτάσσονταν σε ξένη δύναμη, και παράλληλα να αποκτήσουν συνείδηση της ιδιαιτερότητάς τους, την περίφημη Sonderfall.

Στο πλαίσιο των ενεργειών τους για αποτροπή των επιθετικών ενεργειών εις βάρους τους, τα καντόνια της περιοχής σύναπταν συμφωνίες με όμορα κράτη οι οποίες προέβλεπαν τη μη προσβολή των εδαφών τους από στρατεύματα ξένων ηγεμόνων με αντάλλαγμα τη δυνατότητα ελεύθερης στρατολόγησης σ’ αυτά μισθοφόρων. Αυτή η ιδιότυπη σχέση μεταξύ των ηγεμόνων των ευρωπαϊκών χωρών και των ελβετικών καντονιών θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος της ελβετικής ουδετερότητας.

Κατά τη συγκρότηση της Συνομοσπονδίας τα καντόνια που προσχωρούσαν σ’ αυτή δεσμεύονταν όχι μόνο να μένουν έξω από κάθε διαφορά των εταίρων τους, αλλά και να προσφέρονται να μεσολαβήσουν τα ίδια ως διαμεσολαβητές για την εξεύρεση λύσης.

Η ιδιότυπη αυτή κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι την κατάληψη των ελβετικών καντονιών από τους Δημοκρατικούς Γάλλους από το 1797 έως το 1803, περίοδο κατά την οποία οι Γάλλοι ίδρυσαν την Ελβετική Δημοκρατία, ένα ενιαίο κράτος κατά τα πρότυπα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η κατάληψη της Ελβετίας από τους Γάλλους και η κατάργηση των νομοθετικών οργάνων των καντονιών συντέλεσαν στην αναστολή της πορείας προς τη θεσμοθέτηση της ελβετικής ουδετερότητας. Η παρουσία γαλλικών στρατευμάτων προκάλεσε την αντίδραση των δυνάμεων που αντιμάχονταν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, οι οποίες επιχείρησαν την κατάληψη ελβετικών εδαφών. Τον Ιούλιο του 1802, μετά την ξαφνική αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Ελβετία, άρχισε μια μεταβατική περίοδος έντασης μέχρι την επιστροφή των Γάλλων και την επιβολή της Πράξης Διαμεσολάβησης του Φεβρουαρίου 1803, με την οποία ο Ναπολέων Βοναπάρτης κατάργησε την Ελβετική Δημοκρατία και διαμόρφωσε ένα νέο πλαίσιο συνομοσπονδιακής οργάνωσης της Ελβετίας. Παρότι το κείμενο της Πράξης προβλέπει σιωπηρά την ελβετική ουδετερότητα, η Ελβετία ήταν υποχρεωμένη να στέλνει στρατεύματα στη Γαλλία. Μετά τη μάχη της Λειψίας (16-19 Οκτωβρίου 1813) και την ήττα του Ναπολέοντα, οι σύμμαχοι έστειλαν τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον βαρόνο Λεμπτσέλτερν στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστούν τη φιλικά προσκείμενη προς τη Γαλλία ελβετική κυβέρνηση. Για να κερδίσουν την εύνοια της Δίαιτας υποσχέθηκαν μεταξύ άλλων την ουδετερότητα της Ελβετίας, η οποία θα επικυρωνόταν με διεθνή συνθήκη.

3: Η διεθνής αναγνώριση της ελβετικής ουδετερότητας

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-1815) και της Συνθήκης των Παρισίων του 1815, οι νικήτριες δυνάμεις αναγνώρισαν εγγράφως και με κάθε επισημότητα τη διαρκή ουδετερότητα της Ελβετίας και εγγυήθηκαν την ακεραιότητα και το απαραβίαστο του εδάφους της. Με την ένταξή της στην Ιερά Συμμαχία το 1817, η Ελβετία αποδέχθηκε την κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων. Η διατήρηση όμως του δικαιώματος στρατολόγησης μισθοφόρων από τους ηγεμόνες της εποχής εξέθετε την Ελβετία σε κίνδυνο εμπλοκής της σε ένοπλες συγκρούσεις, κάτι το οποίο ήταν αντίθετο στην αρχή της ουδετερότητας. Η διατήρηση του δικαιώματος στρατολόγησης μισθοφόρων από ξένους ηγεμόνες χρησίμευε ως επιχείρημα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις προκειμένου να επικρίνουν την ελβετική εξωτερική πολιτική ή να δικαιολογούν την παρέμβαση τους στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Παράλληλα, η αρχή αυτή δεν είχε γίνει αποδεκτή πλήρως από τους Ελβετούς, καθώς αρκετοί θεωρούσαν ότι η επιβολή της ουδετερότητας αποτελούσε περιορισμό στις δραστηριότητές τους ή ότι επιβλήθηκε από τις μεγάλες μοναρχικές δυνάμεις, προκειμένου να τους αποκόψουν από τον αγώνα των Ευρωπαίων φιλελευθέρων για τη χειραφέτηση των λαών. Η παρουσία προσφύγων ή πολιτικών μεταναστών στο ελβετικό έδαφος αποτελούσε παράγοντα έντασης με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις.

4: Η ουδετερότητα της Ελβετίας κατά τον 19ο αιώνα

Στο Ομοσπονδιακό Σύνταγμα του 1848, η ουδετερότητα θεωρήθηκε απλώς ως μέσο για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της εξωτερικής ασφάλειας της Ελβετίας. Η εξωτερική ασφάλεια κατέστη ένα διαρκές μέλημα για τις ελβετικές κυβερνήσεις, η στάση των οποίων διαμορφωνόταν ανάλογα με τις περιστάσεις και τα ζητήματα.

Μελετώντας την ιστορία του 19ου αιώνα, διαπιστώνουμε ότι η ελβετική εξωτερική πολιτική χρησιμοποιούσε συχνά την έννοια της ουδετερότητας, αλλά οι κοινωνικές, πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ δεν ομονοούσαν ως προς το περιεχόμενό της. Μία μόνο περίπτωση συγκέντρωνε ευρύτερη συναίνεση: το διεθνές εμπόριο και τα χρηματοοικονομικά, όπου η Ελβετία καταλάμβανε ολοένα και πιο σημαντική θέση. Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική ουδετερότητα κάλυπτε πολύ καλά όχι μόνο τις εμπορικές υποθέσεις και τις οικονομικές επενδύσεις, αλλά τους προσέδιδε μια ηθική αξία που έλειπε από τις αποικιακές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οι ανθρωπιστικές δραστηριότητες, όπως η σύσταση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού το 1863, που αναπτύχθηκαν από την Ελβετία στο πλαίσιο των «καλών υπηρεσιών», συνέβαλαν στη σημαντική ενίσχυση του καθεστώτος της ως ουδέτερης χώρας.

5: Η ουδετερότητα της Ελβετίας κατά τον 20ο αιώνα

Με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ελβετική ουδετερότητα απέκτησε νέο πρόσωπο, καθώς στο εσωτερικό της χώρας έλαβε διαστάσεις μύθου κι αποτέλεσε μία από τις θεμελιώδεις αξίες της εθνικής πολιτικής. Σε διεθνές επίπεδο, από την άλλη, αυτή η ασαφής έννοια είχε χάσει κάπως από την ουσία της, καθώς οι σχέσεις και η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των χωρών, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου, καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την οικονομία, και το εμπόριο.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς η πολιτική ουδετερότητας της Ελβετίας δεν φαινόταν να δημιουργεί πρόβλημα, οι τότε μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν χωρίς δισταγμό –με εξαίρεση την Ιταλία– το επίσημο καθεστώς της Ελβετίας. Αλλά η ταχεία μετατροπή της σύγκρουσης σε έναν ολοκληρωτικό οικονομικό πόλεμο έφερε την ελβετική κυβέρνηση σε πολύ λεπτή θέση.

Στο εσωτερικό της χώρας, η αρχή της ουδετερότητας είχε επικρατήσει στις πολιτικές ομιλίες και είχε καταστεί ισχυρό επιχείρημα για την ενίσχυση του εθνικού αισθήματος, παρότι οι γλωσσικές κοινότητες είχαν την τάση να υποστηρίζουν είτε τις Κεντρικές Δυνάμεις είτε την Αντάντ. Έχοντας επίγνωση του επερχόμενου κινδύνου, οι ομοσπονδιακές αρχές και ορισμένοι διανοούμενοι έκαναν έκκληση στο πνεύμα της ουδετερότητας για να ενώσουν τους διχασμένους Ελβετούς. Έτσι διαδόθηκε η εικόνα του ελβετικού Sonderfall κι επικράτησε η ιδέα ότι η Ελβετία σώθηκε από τη φρίκη του πολέμου χάρη στην ουδετερότητά της. Πρόκειται σίγουρα για ένα μύθο, ο όποιος όμως διαμόρφωσε τη συλλογική φαντασία ενός ολόκληρου λαού.

Δοκιμασμένη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η αμφίθυμη στρατηγική θα δείξει αργότερα την αποτελεσματικότητά της. Το 1920, για παράδειγμα, με την προσχώρηση της στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), η Ελβετία εξασφάλισε αμέσως ένα ειδικό καθεστώς. Με επίσημη διακήρυξη, η ΚτΕ απάλλαξε τη χώρα από στρατιωτικές υποχρεώσεις που προέβλεπε η Συνθήκη, όπως τη συμμετοχή σε ένοπλες συγκρούσεις και τη διέλευση στρατευμάτων από το έδαφός της. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ενώ η Ελβετία δεν εξαιρέθηκε από τη συμμετοχή στις οικονομικές κυρώσεις που είχε αποφασίσει η ΚτΕ, το 1935 η ελβετική κυβέρνηση τις εφάρμοσε μόνο εν μέρει κατά της φασιστικής Ιταλίας μετά την επίθεσή της κατά της Αιθιοπίας, και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, αναγνώρισε την ιταλική κυριαρχία στο έδαφος της Αιθιοπίας.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, άνοιξε ένα πιο ευνοϊκό πεδίο για αυτούς τους ελιγμούς, οι οποίοι εκείνη την εποχή έφτασαν σε ένα είδος κορύφωσης. Η Ελβετία ενώ διακήρυττε επίσημα την ουδετερότητά της, στήριζε την οικονομία της ευνοώντας το εμπόριο με τους εμπόλεμους.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελβετία στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της και της προοπτικής συμμετοχής της σε διεθνείς οργανισμούς, εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ πολιτικών διεθνών οργανισμών, οι σκοποί των οποίων δεν θεωρούνταν συμβατοί με την αρχή της ουδετερότητας, και τους διεθνείς οργανισμούς τεχνικού χαρακτήρα. Με βάση αυτόν τον διαχωρισμό οι Ελβετοί απέρριψαν με δημοψήφισμα την ένταξη στον ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, που χαρακτηρίζονταν ως «πολιτικοί» οργανισμοί, ενώ το 1948, η Ελβετία έγινε πλήρες μέλος του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), που ήταν υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για την εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ.

Παρότι η Ελβετία είχε εναντιωθεί στη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς πολιτικού χαρακτήρα, αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα στην αποτροπή εντάσεων και στην ειρηνική επίλυση διεθνών διαφορών. Προσέφερε συστηματικά τις καλές της υπηρεσίες, προσέφερε άσυλο σε πρόσφυγες, συμμετείχε στην εκκένωση του άμαχου πληθυσμού από την πολιορκημένη πόλη του Στρασβούργου κατά τη διάρκεια του γαλλογερμανικού πολέμου, υποδέχθηκε τις αυστριακές μονάδες που εκδιώχθηκαν από την Ιταλία, και το 1871 τους Γάλλους στρατιώτες υπό τις διαταγές του Στρατηγού Bourbaki και στη συνέχεια ανέπτυξε κανόνες για τον εγκλεισμό ξένων στρατευμάτων σε ουδέτερο έδαφος, οι οποίοι επικυρώθηκαν το 1874 στη διάσκεψη των Βρυξελλών. Προσφέρθηκε επίσης να λειτουργήσει ως προστάτιδα δύναμη, αναλαμβάνοντας τη διπλωματική εκπροσώπηση των συμφερόντων εμπόλεμων κρατών καθώς και των υπηκόων τους. Συμμετείχε στην ανάπτυξη διαδικασιών διαιτησίας για την ειρηνική επίλυση διαφορών (διαιτησία Αλαμπάμα). Επιπλέον στέγασε πρόθυμα την έδρα διεθνών συνεδρίων και οργανισμών. Μία από τις σημαντικότερες ενέργειές της ήταν η ίδρυση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και η σύγκληση της διπλωματικής διάσκεψης του 1864 που έθεσε τα θεμέλια των Συμβάσεων της Γενεύης και του ανθρωπιστικού δικαίου σε περιόδους πολέμου.

6: Η κωδικοποίηση του δικαίου της διεθνούς ουδετερότητας

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η έννοια της ουδετερότητας βασιζόταν ως επί το πλείστον σε κανόνες διεθνούς εθιμικού δικαίου. Η εδραίωσης της έννοιας υλοποιήθηκε με την κωδικοποίηση του δικαίου περί ουδετερότητας με τις Συμβάσεις της Χάγης του 1907. Αυτές ορίζουν ότι απαγορεύεται στους ουδέτερους να διαθέτουν στρατεύματα και βάσεις επιχείρησης στους εμπόλεμους, να επιτρέπουν τη διέλευση ξένων στρατευμάτων, να πωλούν κρατικό πολεμικό υλικό, να εγγυώνται πολεμικές πιστώσεις και να διαβιβάζουν στρατιωτικές πληροφορίες. Τους υποχρεώνουν επίσης να αντιστέκονται σε πράξεις που είναι αντίθετες στην ουδετερότητά τους, οι οποίες διαπράττονται στο έδαφός τους από τους εμπόλεμους και να τους αντιμετωπίζουν ισότιμα σε περιπτώσεις εξαγωγής ή διαμετακόμισης πολεμικού υλικού από ιδιώτες.

Από την πλευρά τους, οι εμπόλεμοι πρέπει να σέβονται την ουδετερότητα και να απέχουν από οποιαδήποτε παραβίαση εδάφους.

Οι Συμβάσεις της Χάγης προβλέπουν επίσης ότι μια ουδέτερη δύναμη διατηρεί το δικαίωμα να συναλλάσσεται με τους εμπόλεμους (με τις εξαιρέσεις που αναφέρονται), να παρέχει άσυλο σε πρόσφυγες και σε στρατεύματα που ανήκουν στους εμπόλεμους στρατούς και να καταφεύγει σε ένοπλη δύναμη για να αποκρούσει επιθέσεις κατά της ουδετερότητάς της. Αν δεχθεί επίθεση, απαλλάσσεται από την απαγόρευση να κάνει συμμαχίες.

7: Η ρευστότητα της έννοιας «ελβετική ουδετερότητα» τον 20ο αιώνα

Η ίδρυση της ΚτΕ το 1920 άνοιξε μια περίοδο κατά την οποία η Ελβετία ακολούθησε ενεργή εξωτερική πολιτική. Το άρθρο 435 της Συνθήκης των Βερσαλλιών αναγνώρισε το 1919 την ελβετική ουδετερότητα με σκοπό «τη διατήρηση της ειρήνης». Το Συμβούλιο της ΚτΕ επιβεβαίωσε αυτή την αναγνώριση στη διακήρυξη του Λονδίνου της 13ης Φεβρουαρίου 1920, η οποία αναγνώρισε επίσης το ειδικό καθεστώς της Ελβετίας. Έτσι, ως μέλος της ΚτΕ, εξαιρέθηκε από τη συμμετοχή της σε στρατιωτικές κυρώσεις, αλλά όχι από οικονομικές. Η Ελβετία δεν απέφυγε τις πολιτικά ευαίσθητες εντολές, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της γερμανο-πολωνικής σύγκρουσης στην Άνω Σιλεσία ή στο ζήτημα του δημοψηφίσματος του Σάαρ. Στις 14 Μαΐου 1938, με απόφαση του Συμβουλίου της ΚτΕ, η Ελβετία επανήλθε στο καθεστώς της «αυστηρής ουδετερότητας», το οποίο την απάλλαξε από την εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων, όπως αυτές που αποφασίστηκαν κατά της Ιταλίας όταν επιτέθηκε το 1935 στην Αιθιοπία.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελβετία, της οποίας η ύπαρξη απειλούνταν, φοβόταν μια επίθεση από τις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, η συνοχή μεταξύ των γλωσσικών περιοχών της Ελβετίας δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, παρότι οι εμπόλεμοι δεν σεβάστηκαν πάντα το δίκαιο της ουδετερότητας. Ενδεικτικά, η Γερμανία απαίτησε περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου και της γνώμης, στο πλαίσιο της «αυστηρής ουδετερότητας» και προς το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ επέβαλαν ουσιαστικά τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων της Ελβετίας με τη Γερμανία. Επίσης, και οι δύο εμπόλεμες πλευρές παραβίασαν επανειλημμένα τον ελβετικό εναέριο χώρο.

Στο τέλος του πολέμου η έννοια της ουδετερότητας είχε αποκτήσει κακή φήμη. Έτσι, όταν ιδρύθηκε ο ΟΗΕ, η Γαλλία και άλλες χώρες ήθελαν να αποτρέψουν την ένταξη ουδέτερων κρατών, καθώς ορισμένοι νομικοί υποστήριζαν ότι το διεθνές δίκαιο της ένοπλης σύγκρουσης και επομένως το δίκαιο της ουδετερότητας δεν είχαν πλέον λόγους ύπαρξης. Η άποψη αυτή δεν επικράτησε κι έτσι από το 1946 ουδέτερα κράτη άρχισαν να γίνονται μέλη του ΟΗΕ. Στο Μνημόνιο της Μόσχας (1955), η Αυστρία δήλωσε έτοιμη να τηρήσει μόνιμη ουδετερότητα παρόμοια με αυτή της Ελβετίας.

Σε δύο εκθέσεις που δημοσιεύθηκαν το 1964 και το 1966, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών έδωσε στις συμφωνίες σχετικά με την ελβετική ουδετερότητα το καθεστώς των στοιχείων του διεθνούς εθιμικού δικαίου, δεσμευτικού για όλα τα κράτη.

Η τελική πράξη της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ, από το 1995) επιβεβαίωσε το 1975 σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη το «δικαίωμα στην ουδετερότητα». Αξιοσημείωτο είναι ότι στη ΔΑΣΕ τα ουδέτερα και τα αδέσμευτα κράτη έπαιξαν σημαντικό ρόλο μεσολαβητών στη σύγκρουση Ανατολής-Δύσης.

Μολονότι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν πόλεμος μεταξύ κρατών με την έννοια του δημόσιου διεθνούς δικαίου, βάσει του δικαίου της ουδετερότητας, και παρόλο που οι υποχρεώσεις σε καιρό ειρήνης περιορίζονται στη μη επίθεση, στην απαγόρευση σύναψης συμμαχιών και στην παροχή σημείων υποστήριξης σε ξένα στρατεύματα, οι ομοσπονδιακές αρχές και ορισμένοι οικονομικοί κύκλοι κατέστησαν την ουδετερότητα κρατικό δόγμα.

Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ το 1989 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991, η θέση της Ελβετίας στο νέο διεθνές πλαίσιο αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμών που καταγράφηκαν σε επίσημες εκθέσεις. Τα κείμενα αυτά υποστήριζαν την προοπτική της ανεξαρτησίας υιοθετώντας μια πολυδιάστατη θεώρηση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της ουδετερότητας.

Η ένταξη στην ΕΕ, από στρατηγικός στόχος μετατράπηκε σταδιακά σε μια απλή επιλογή για την Ελβετία, η οποία, χωρίς να αποσύρει την αίτηση που κατατέθηκε το 1992, ευνόησε ωστόσο τον πολλά υποσχόμενο δρόμο των διμερών συμφωνιών.

Το Σύνταγμα του 1999 επιβεβαίωσε τη διεύρυνση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής, αλλά συνέχισε να αναφέρει την ουδετερότητα μόνο στα άρθρα που αφιερώνονται στις αρμοδιότητες των ομοσπονδιακών αρχών. Το 2001, ο λαός ενέκρινε με δημοψήφισμα ότι οι Ελβετοί εθελοντές που συμμετέχουν σε ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ μπορούν να είναι οπλισμένοι, εξαιρουμένης κάθε συμμετοχής σε μάχη. Παλαιότερα, η Ελβετία είχε στείλει άοπλους στρατιώτες στη Δυτική Σαχάρα, τη Ναμίμπια, τη Βοσνία και το Κόσοβο.

Το 2002, ο λαός αποφάσισε η Ελβετία να γίνει μέλος του ΟΗΕ. Στην αίτηση του για ένταξη, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο επέμεινε στην ουδετερότητα. Καθώς οι κανόνες σ’ αυτόν τον τομέα δεν είχαν αναθεωρηθεί από το 1907, όταν δεν υπήρχε ακόμη παγκόσμιος οργανισμός συλλογικής ασφάλειας, το διεθνές δίκαιο ήταν ελλιπές. Ο ΟΗΕ, η Ελβετία και όλα τα άλλα ουδέτερα κράτη θεωρούν ωστόσο ότι η συμμετοχή στον ΟΗΕ είναι συμβατή με την ουδετερότητα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ του 2003, η Ελβετία προτίμησε να παραμείνει ουδέτερη, καθώς η απόφαση για επέμβαση δεν ελήφθη από το Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά από μεμονωμένα κράτη μέλη του Συμβουλίου.

Στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία, η Ελβετία αποφάσισε να συνταχθεί με τα κράτη που στηρίζουν τις επιλογές του ΝΑΤΟ και του Κιέβου, συμμετέχει στο εμπάργκο κατά της Ρωσίας, αλλά αρνείται όχι μόνο την αποστολή στρατιωτών και στρατιωτικού υλικού στο Κίεβο, αλλά και την μεταπώληση στην Ουκρανία ελβετικών οπλικών συστημάτων από τρίτες χώρες.

Με βάση τα ανωτέρω επιβεβαιώνεται ότι το σημασιολογικό περιεχόμενο της έννοιας «ελβετική ουδετερότητα» χαρακτηρίζεται διαχρονικά από ρευστότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό αποτελεί συνειδητή επιλογή, παρά τις όποιες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις. Αυτή η ρευστότητα χρησίμευσε στην αναζήτηση λύσεων, ισορροπιών, συμβιβασμών με απώτερο σκοπό τον διακαή πόθο του ελβετικού λαού για ελευθερία και ανεξαρτησία, ανεξαρτήτως των όποιων γλωσσικών και θρησκευτικών επιλογών του.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Σπύρου Καλογερόπουλου-Στράτη, Διεθνές Δημόσιον Δίκαιον, Εκδόσεις Β. Παπαζήση, Αθήνα,1963

Mario Bettati, Le Droit de la guerre, Εκδόσεις Odile Jacob, Παρίσι, 2016

Hans Ulrich Jost, «Origines, interprétations et usages de la neutralité helvétique» στο La contemporaine « Matériaux pour l’histoire de notre temps », τ. 2009/1, αριθμ. 93 (τελευταία προσπέλαση στις 7-4-2023 στο https://www.cairn.info/revue-materiaux-pour-l-histoire-de-notre-temps-2009-1-page-5.htm).

Marc Perrenoud. « L'économie suisse et la neutralité à géométrie variable » στο Matériaux pour l’histoire de notre temps, τ. 93, αριθμ. 1, 2009, pp. 77-86 (τελευταία προσπέλαση στις 7-4-2023 στο https://www.cairn.info/revue-materiaux-pour-l-histoire-de-notre-temps-2009-1-page-77.htm)

Nicolas Politis, La Neutralité et la paix, Εκδόσεις Librairie Hachette, Παρίσι, 1935

Alois Riklin, «Neutralité » στο Dictionnaire historique de la Suisse (DHS), έκδοση της 9ης Νοεμβρίου 2010, μετάφραση από τα Γερμανικά (τελευταία προσπέλαση στις 7-4-2023 στο https://hls-dhs-dss.ch/fr/articles/016572/2010-11-09/ ).




Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

"Καποδίστριας & Ντυφούρ : Εκεί όπου η Κέρκυρα συναντά την Ελβετία" / "Kapodistrias & Dufour : là où Corfou rencontre la Suisse"

Συντάκτριες: 

Ευσταθία Αμυγδαλά, Άννα Τσούση & Αικατερίνη - Ραφαέλα Ψυλοπούλου, φοιτήτριες στο ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου

(1) Μετάφραση στα Ελληνικά ομιλίας η οποία πραγματοποιήθηκε στα Γαλλικά στο πλαίσιο εκδήλωσης την οποία συνδιοργάνωσαν οι Πρεσβείες της Γαλλίας και της Ελβετίας στην Αθήνα και η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Ιονίων Νήσων στις 6 Μαΐου 2023 στην Αίθουσα Τελετών της Φιλαρμονικής Εταιρείας Μάντζαρος.

Το ίδιο κείμενο παρουσιάστηκε από τις φοιτήτριες σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Μουσείο Καποδίστρια στην Αίθουσα της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας παρουσία εκπροσώπων της Fondation Hardt και του Μουσείου Τέχνης και Ιστορίας της Γενεύης. 



Ελβετική ουδετερότητα και Ελβετική Συνομοσπονδία

Ξεκινώντας την παρουσίασή μας, επιθυμούμε να πούμε λίγα λόγια για την Ελβετία και την έννοια της ουδετερότητας. Η γένεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας συντελείται την 1η Αυγούστου του 1291, ημερομηνία κατά την οποία τα καντόνια Ούρι, Σβυτς και Ούντεβαλτ υπογράφουν το Ομοσπονδιακό Σύμφωνο (Pacte fédéral). Η ημερομηνία αυτή χαρακτηρίζεται, πλέον, ως εθνική γιορτή των Ελβετών. 

Ο όρος «ουδετερότητα» κάνει την εμφάνισή του σε ελβετικά έγγραφα τον 16ο αιώνα. Τότε, όμως, αφορούσε μεμονωμένα καντόνια και όχι την Ελβετία ως κρατική οντότητα, καθώς δεν υφίστατο ακόμη ως τέτοια. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης, αρχίζουν να διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ των καντονιών, αλλά και οι σχέσεις τους με ηγεμόνες όμορων κρατικών μορφωμάτων. Πράγματι, παρότι οι σχέσεις αυτές διακόπτονταν από περιόδους έντασης και εμπολέμων καταστάσεων, κυρίως λόγω της θέσης της χώρας στο κέντρο της Ευρώπης, συνέβαλαν στην ίδρυση και τη διασφάλιση της ύπαρξης της Συνομοσπονδίας και είναι αυτές οι οποίες οδήγησαν στη σταδιακή διαμόρφωση της μεταγενέστερης έννοιας της ουδετερότητας των ελβετικών καντονιών. 

Η σταδιακή καλλιέργεια της αρχής της ουδετερότητας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των Ελβετών. Οι Ελβετοί θεωρούν ότι η ελβετική ουδετερότητα αποτελεί μια απολύτως θεμιτή και νόμιμη στάση μιας μικρής χώρας έναντι των μεγάλων δυνάμεων που επιθυμούσαν, και ίσως επιθυμούν, να ελέγξουν αυτό το στρατηγικής σημασίας έδαφος της ευρωπαϊκής ηπείρου κι ένας έξυπνος τρόπος για την προάσπιση των συμφερόντων της χώρας.

Η πορεία αυτή διακόπηκε με την κατάληψη της Ελβετίας από τους Δημοκρατικούς  Γάλλους το 1798, οι οποίοι διέλυσαν τη Συνομοσπονδία και ίδρυσαν την Ελβετική Δημοκρατία, ένα ενιαίο και συγκεντρωτικό κράτος κατά τα πρότυπα της Γαλλικής Δημοκρατίας. 

Αυτά συνέβαιναν την περίοδο κατά την οποία οι Δημοκρατικοί Γάλλοι είχαν θέσει τα Επτάνησα υπό τον έλεγχο τους μετά τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (1797) και είχαν συστήσει στα Ιόνια Νησιά τρεις γαλλικούς νομούς. Ένα χρόνο αργότερα, οι Ρώσοι και οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κέρκυρα και εξανάγκασαν τους Γάλλους να την εγκαταλείψουν. 

Την ίδια εποχή, οι Ελβετοί ήταν διχασμένοι. Άλλοι ακολουθούσαν τους Γάλλους, όπως ο τότε Λοχαγός, κι αργότερα Στρατηγός, Γκιγιώμ-Ενρί Ντυφούρ, πολύ σημαντική φυσιογνωμία της ελβετικής ιστορίας, ο οποίος υπηρετούσε στη Φρουρά της Κέρκυρας επί Αυτοκρατορικών Γάλλων και για τον οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια. Άλλοι πάλι έδειχναν πρόθυμοι να πάρουν το μέρος των Συμμάχων που πολεμούσαν κατά των Γάλλων.

Με την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Ελβετία ξέσπασε στη χώρα εμφύλιος πόλεμος. Η Δημοκρατία της Ελβετίας συνθηκολόγησε με τους οπαδούς της Συνομοσπονδίας στις 18 Σεπτεμβρίου 1802. Ο Ναπολέοντας Βοναπάρτης, έχοντας να αντιμετωπίσει συνεχείς εσωτερικές αναταραχές, αναγκάστηκε, το 1803, να επιβάλει ένα νέο σύνταγμα, την Πράξη Διαμεσολάβησης (Acte de Médiation), με την οποία η Ελβετία έγινε και πάλι συνομοσπονδία, αποτελούμενη από δεκαεννέα καντόνια.

Έτσι, φτάνουμε σιγά σιγά στον Αύγουστο του 1814, όταν στο πλαίσιο των διεργασιών του Συνεδρίου της Βιέννης, χάρη στην  άψογη συνεργασία του Ιωάννη Καποδίστρια με τον Pictet de Rochemont, εκπρόσωπο της Γενεύης, υιοθετείται το Σύνταγμα της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, επιτυγχάνεται η προσχώρηση του καντονίου της Γενεύης στην Ελβετική Συνομοσπονδία, εξασφαλίζεται η εγγύηση της ακεραιότητας και του απαράβατου των εδαφών της και η αναγνώριση της μόνιμης ουδετερότητάς της. Παράλληλα, υιοθετούνται τα συντάγματα των καντονιών και διασφαλίζεται η μεταξύ τους ισορροπία.

Οι σχέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια με την Ελβετία

Η Ελβετία αποτελεί ορόσημο στη σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια και στην ανάδειξη και εδραίωση της διπλωματικής φήμης του σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Χάρη σ’ αυτή τη φήμη  κατέλαβε το ύπατο αξίωμα του Υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου και αργότερα, εξελέγη Κυβερνήτης της  Ελλάδας.

Η διαμονή του Καποδίστρια στην Ελβετία πραγματοποιήθηκε σε δύο περιόδους:

• Η πρώτη χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 1813 έως τον Οκτώβριο του 1814, όταν σε αναγνώριση της αξίας του και των ως τότε λαμπρών υπηρεσιών του επιφορτίσθηκε προσωπικά από τον Ρώσο Αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α’ με τη δυσχερέστατη αποστολή να χειρισθεί ως εκπρόσωπος της Ρωσίας το οξύ ελβετικό ζήτημα. Κατά τη διάρκεια αυτής της αποστολής συνέβαλε – παρά τις αντιδράσεις της Αγγλίας,  της Αυστρίας και της Πρωσίας– αποφασιστικά στην εσωτερική ειρήνευση της ταραγμένης τότε χώρας, την εξασφάλιση της εδαφικής της ακεραιότητας και λίγο αργότερα στη διεθνή αναγνώριση της ουδετερότητάς της. Άμεση συνέπεια της επιτυχίας της αποστολής του στην Ελβετία ήταν να συμπεριληφθεί στην αντιπροσωπεία που εκπροσώπησε τη Ρωσία στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815) κι αργότερα στο Παρίσι και να διαδραματίσει γενικότερα πρωτεύοντα ρόλο στο ευρωπαϊκό διπλωματικό στερέωμα.

• Η δεύτερη περίοδος παραμονής του στην Ελβετία χρονολογείται από το 1822 έως το 1827 οροθετείται από την υποβολή της παραίτησής του από το αξίωμα του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας μέχρι την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδας.

Παρά την επιθυμία του να επιστρέψει στην Κέρκυρα και την οικογένειά του, αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της αντίδρασης της αγγλικής κυβέρνησης, η οποία είχε επιτύχει την κυριαρχία της επί των Ιονίων Νήσων κατά το Συνέδριο της Βιέννης. Ο Καποδίστριας, με τη σύμφωνη γνώμη του Τσάρου, εγκαθίσταται στη Γενεύη τη δεύτερη πατρίδα του, όπως την χαρακτηρίζει.

Η διπλωματική αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία (1813-1814)

Η πρώτη περίοδος της παραμονής του Καποδίστρια στην Ελβετία είναι η πλέον σημαντική, διότι η επιτυχής εμπλοκή του στη διευθέτηση του ακανθώδους για τις τότε ευρωπαϊκές ισορροπίες προβλήματος, αποτελεί ουσιαστικά το όχημα για την περαιτέρω θεαματική πορεία του.

Κύριοι στόχοι της αποστολής του ήταν: 

1ον η απόσπαση της Ελβετίας από τη γαλλική κηδεμονία, 

2ον η αποκατάσταση της ενότητας και της ειρήνευσης της χώρας και 

3ον η θέσπιση νέου ομοσπονδιακού καταστατικού χάρτη.

Δύο απεσταλμένοι των συμμάχων ο Βαρόνος Lebzeltern και ο Καποδίστριας, έφυγαν από την Φρανκφούρτη με διαβατήρια που τους εμφάνιζαν ως εμπόρους με τα ψευδώνυμα Leipold και Conti και κάτω από τις αντίξοες συνθήκες έφτασαν στο Schaffhausen στις 15 Νοεμβρίου 1813 και στις 9 μ.μ. στην Ζυρίχη, όπου η Δίαιτα συνεδρίαζε εκτάκτως για να λάβει μέτρα περιφρούρησης της ουδετερότητας του εδάφους της Ελβετίας. Ακολούθησαν πυρετώδεις διαβουλεύσεις των δύο διπλωματών (των οποίων την πραγματική ταυτότητα είχε εν τω μεταξύ αποκαλύψει η Allgemeine Zeitung) με την ελβετική ηγεσία, προκειμένου να την πείσουν να αποδεσμευτεί από τη γαλλική επιρροή.

Η διακήρυξη έγινε αποδεκτή από την Ελβετική Δίαιτα στις 27 Μαΐου κι έτσι πραγματοποιήθηκαν τα όνειρα των Ελβετών και του Καποδίστρια για την ακεραιότητα, ανεξαρτησία και εγγυημένη διαρκή ουδετερότητα της Ελβετίας, προς διασφάλιση των γενικότερων ευρωπαϊκών συμφερόντων.

Η δεύτερη διαμονή του Καποδίστρια στη Γενεύη (1822-1827)

H επιθυμία του Καποδίστρια ήταν να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Εν τούτοις, η επίσημη αντίδραση της Αγγλίας στην παρουσία του στα Ιόνια Νησιά φοβούμενη ότι ως εκπρόσωπος της ορθόδοξης Ρωσίας θα ξεσήκωνε τους κατοίκους των νησιών να συμπαραταχθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, τον οδήγησε τελικά στη Γενεύη, της οποίας είχε ανακηρυχθεί από το 1816 επίτιμος δημότης (citoyen d’Honneur) για την ανεκτίμητη συμβολή του στην ενσωμάτωση της πόλης στην Ελβετική Συνομοσπονδία. Η Δίαιτα κατάρτισε επί τέλους το ομοσπονδιακό σύνταγμα. Μια αντιπροσωπεία, πήγε στη Βιέννη, για να ζητήσει την επικύρωση του από τους συμμάχους ηγεμόνες, καθώς και να ξαναδοθούν στην Ελβετία οι επαρχίες που κατείχαν ακόμα τα αυστριακά στρατεύματα.

Η εμπλοκή του Καποδίστρια στο ελβετικό ζήτημα, προκάλεσε, ως ήταν φυσικό, το έντονο ενδιαφέρον των μελετητών της ιστορίας της Ελβετίας και οι κρίσεις τους, βασισμένες στα διπλωματικά έγγραφα και κείμενα των πρωταγωνιστών της εποχής και κυρίως στις εμβριθείς εκθέσεις και αναλύσεις του ιδίου του Κερκυραίου διπλωμάτη, είναι ιδιαίτερα θετικές. Η σημερινή Ελβετία τιμά ποικιλοτρόπως τον Καποδίστρια. 

Ο Στρατηγός Γκιγιώμ-Ενρί Ντυφούρ

Όπως υποσχεθήκαμε και στην αρχή της παρουσίασης, ήρθε η ώρα να αναφερθούμε σ’ ένα ακόμη σημαντικό πρόσωπο της ιστορίας της Ελβετίας, που δεν είναι άλλο από τον Στρατηγό Γκιγιώμ-Ενρί Ντυφούρ. 

Για τους Ελβετούς ο Ντυφούρ αποτελεί σημαίνουσα προσωπικότητα καθώς υπήρξε ο κύριος συντελεστής της νίκης επί της Sonderbund, εμφυλίου πολέμου αποσχιστικού χαρακτήρα, τον Νοέμβριο του 1847, ήταν εκείνος που έφτιαξε τον πρώτο χάρτη της Ελβετίας, γνωστό και ως «χάρτη Ντυφούρ», υπήρξε συνιδρυτής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού κι ένας από τους διοικητές της κεντρικής ομοσπονδιακής στρατιωτικής σχολής της πόλης Τουν. 

Τέλος, αυτή η σημαίνουσα προσωπικότητα για τους Ελβετούς, ο οποίος τιμήθηκε στη χώρα του όσο ελάχιστοι, έδωσε το όνομά του στην ψηλότερη κορυφή των ελβετικών Άλπεων. 

Γιατί είναι όμως σημαντικός για την Κέρκυρα;

Στην αρχή της στρατιωτικής του καριέρας υπηρέτησε στην Κέρκυρα ως αξιωματικός του Μηχανικού του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στρατού, καθώς ο Ναπολέων Α΄ επιθυμούσε να έχει υπό την κατοχή του την Κέρκυρα, η οποία θα εξασφάλιζε στη Γαλλία τον έλεγχο της εισόδου της Αδριατικής.  Γι’ αυτό το σκοπό ξόδεψε σημαντικά ποσά και έστειλε τους καλύτερους τεχνικούς του στρατού. 

Όταν ο Ντυφούρ έφτασε στην Κέρκυρα με τον βαθμό του λοχαγού του Μηχανικού του Γαλλικού Στρατού, ανέλαβε αρκετές αποστολές. Εξ αυτών η σημαντικότερη υπήρξε η χαρτογράφηση της πόλης της Κέρκυρας, κατά την οποία εφάρμοσε για πρώτη φορά την τεχνική των ισοϋψών καμπυλών. Ο χάρτης αυτός έχει διασωθεί και παρουσιάστηκε στο κερκυραϊκό κοινό σε ειδική εκδήλωση για τον Ντυφούρ τον Ιούνιο του 2017. 

Επίσης, όταν το 1812 και 1813 οι σκαπανείς του γαλλικού στρατού υπό τις διαταγές του λοχαγού Ντυφούρ μετείχαν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων νοτίως της πόλης της Κέρκυρας, εντόπισαν τμήματα του ναού της Αρτέμιδος στην Παλαιόπολη. Η Ελληνική Πολιτεία πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφή στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα.

Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον Ντυφούρ. Σε πολλά από αυτά γίνεται αναφορά στην παρουσία του στην Κέρκυρα. Στο τελευταίο, υπό τον τίτλο « Les sept Chats du Général Dufour » του Christian Marbach, αναδεικνύεται η αγάπη του για τις γάτες, οι οποίες αναλαμβάνουν να παρουσιάσουν στιγμές της ζωής του. Μία από αυτές, ο Ραμιναγκρομπίς, διηγείται με γλαφυρό τρόπο τη ζωή του Ντυφούρ στην Κέρκυρα. Απόσπασμα αυτού του κεφαλαίου κληθήκαμε να μεταφράσουμε στα Ελληνικά στο πλαίσιο εργαστηριακού μαθήματος μετάφρασης.

Κλείνοντας την παρουσίαση αυτή, είναι ευρέως γνωστό ότι οι δύο αυτές προσωπικότητες, τόσο ο Ντυφούρ όσο και ο Καποδίστριας, συνέβαλαν σημαντικά στην ιστορία της Ελβετίας και είναι άξιοι αναφοράς στις διπλωματικές μας σχέσεις μέχρι και σήμερα. Φυσικά, η σχέση τους με την Κέρκυρα είναι αδιαμφισβήτητη, όπως και η τιμητική σύνδεση που έχει αποκτήσει το νησί με την Ελβετία χάρη σε αυτούς. Έτσι, ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας, για να τιμήσει τον Ντυφούρ, έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον να δώσει το όνομά του σε μία πλατεία κοντά στον χώρο όπου βρίσκονται τμήματα των οχυρώσεων που κτίστηκαν υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του Ντυφούρ. 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία 

Πολίτης Μιχάλης «Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση της ελβετικής ουδετερότητας», ανακοίνωση στην ημερίδα: Ο Ιωάννης Καποδίστριας και οι ιστορικοί δεσμοί των Ιονίων Νήσων με τη Γενεύη, Κέρκυρα, Σεπτέμβριος 2022. 

Συλλογικό, Dufour Guillaume-Henri, Τα χρόνια στην Κέρκυρα, 1810-1814. Έκδοση Φίλων Ιδρύματος «Μνήμη Albert Cohen Κέρκυρας», Κέρκυρα, 2017

Τριτάρης Κωνσταντίνος «Η συμβολή του Καποδίστρια στην εδραίωση της ανεξαρτησίας και ουδετερότητας της Ελβετίας» στο Διεθνείς σχέσεις, ιστορία και εξωτερική πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2011. 

Rhomaios Konstantinos. « Les premières fouilles de Corfou », στο Bulletin de correspondance hellénique. τ. 49, 1925. σσ. 190-218. 

Jost Hans Ulrich « Origines, interprétations et usages de la « neutralité helvétique», Matériaux pour l’histoire de notre temps, τ. 93, 1, 2009, σσ. 5-12.